ἀτέμβω

ἀτέμβω
Grammatical information: v.
Meaning: `maltreat, M. be bereft of' (Il.), also `revile' (A. R. false interpretation of φ 312, s. Leumann, Hom. Wörter 33).
Other forms: only pres.
Derivatives: ἀτέμβιος μεμψίμοιρος EM.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. Of old connected with Skt. dabhnóti `damage', but aspiration is not lost after nasal (Schwyzer 333).
Page in Frisk: 1,177

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ατέμβω — (Α) 1. κακομεταχειρίζομαι, στερώ 2. παθ. στερούμαι, χάνω 3. μέσ. επιπλήττω, κατακρίνω. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Συνδέεται πιθ. με το αρχ. ινδ. dabhnόti «βλάπτω», dambhά , αρσ. «απάτη». Το α του ατέμβω πιθ. αθροιστικό ή επιτατικό. Το ρ. ατέμβω… …   Dictionary of Greek

  • ἀτέμβω — maltreat pres subj act 1st sg (epic) ἀτέμβω maltreat pres ind act 1st sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτεμβόμενον — ἀτέμβω maltreat pres part mp masc acc sg (epic) ἀτέμβω maltreat pres part mp neut nom/voc/acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτέμβει — ἀτέμβω maltreat pres ind mp 2nd sg (epic doric aeolic) ἀτέμβω maltreat pres ind act 3rd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτεμβομένη — ἀτέμβω maltreat pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτεμβοίμην — ἀτέμβω maltreat pres opt mp 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτεμβόμενος — ἀτέμβω maltreat pres part mp masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτέμβειν — ἀτέμβω maltreat pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτέμβεσθαι — ἀτέμβω maltreat pres inf mp (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτέμβηαι — ἀτέμβω maltreat pres subj mp 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτέμβομεν — ἀτέμβω maltreat pres ind act 1st pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.